Γελέοντες

Γελέοντες, οἱ, one of the four Ionic tribes, Plu.Sol.23, CIG3078 ([place name] Teos), 3664 ([place name] Cyzicus), etc.: [full] Γελέων, οντος, , epith. of Zeus, IG22.1072.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γελέοντες — masc nom/voc pl Γελέων masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γελέοντες — Η πρώτη από τις τέσσερις φυλές στις οποίες υποδιαιρούνταν οι Ίωνες. Στην Αθήνα, η φυλή αυτή περιλάμβανε, όπως και οι τρεις άλλες, τρεις φατρίες και καθεμία από αυτές τριάντα γένη. Κατά τον Στράβωνα, οι Γ. ήταν οι λαμπροί, οι άρχοντες ή τα… …   Dictionary of Greek

  • ГЕЛЕОНТЫ —    • Γελέοντες,          см. Φυλή, Фила, 2 …   Реальный словарь классических древностей

  • Γελέοντας — Γελέοντες masc acc pl Γελέων masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γελέοντος — Γελέοντες masc gen sg Γελέων masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ФИЛА —    • Φυλή,          племя (колено), обозначение подразделения народа у греков, название, происшедшее, очевидно, из стремления дать отдельным частям народа, равно как и самому народу, генеалогическое происхождение, привести эти части к… …   Реальный словарь классических древностей

  • Αιγικορείς — Μία από τις τέσσερις αρχαίες φυλές της Αττικής και πολλών άλλων ιωνικών πόλεων. Οι άλλες ήταν οι Αργαδείς, οι Οπλίτες και οι Γελέοντες. Επειδή η ετυμολογία των λέξεων ήταν άγνωστη υπήρχαν δύο ερμηνείες. Η μία ότι τις δημιούργησε ο Ίων και τους… …   Dictionary of Greek

  • Αργαδείς — Μία από τις τέσσερις παλιές φυλές της Αττικής, που περιλάμβανε τους εργατικούς, τους ασχολούμενους με τη γη και τις τέχνες (οι άλλες ήταν οι Αιγικορείς, Γελέοντες και Όπλητες) …   Dictionary of Greek

  • Μίλητος — I Μυθολογικό πρόσωπο, ιδρυτής της Μιλήτου, φίλος του Σαρπηδόνα. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν τον μύθο του με μερικές παραλλαγές. Ο Απολλόδωρος υποστηρίζει πως ήταν γιος του Απόλλωνα και της Αρείας, ενώ ο Οβίδιος τον αποκαλεί Δικωνίδη, δηλαδή… …   Dictionary of Greek

  • Γελέων — Γέλα fem gen pl (epic ionic) Γελέοντες masc nom sg Γελέων masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.